ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ...




Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! 

Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. 

Τι εύμορφον Πάσχα! 

Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κ' ευώδες Πάσχα. 

Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, 

όλα εμοσχοβολούσαν εις την μικράν εκείνην νήσον, 

όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· 

τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κ' έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις της πλάκες της Εκκλησίας. 

Τι εύμορφον Πάσχα! 

Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα πλέον. 

Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του αλησμονήτου. 

Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, 

ώστε μερικά αφόβως εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον 

και συνώδευον και εκείνα με την μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». 

Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. 

Έλεγαν πώς ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, 

γνωστήν διά την αρετήν των ερημιτών αυτής. 

Αλλ' ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας 

προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. 

Και ήσαν τόσα πολλά το έτος εκείνο! 



Ενθυμούμαι ότι ο μπάρμπα-Κώστας ο Ολλαντέζος έκοπτε κ' εμοίραζε καθ' εκάστην εις τα παιδία της γειτονίας, να μη φωνάζουν εις τα τρελλά παιγνίδια των εν τη μικρά του ναού πλατεία και διακόπτουσι τον εσπερινόν του γέροντος παπά Οικονόμου. Ο λαμπρός στολισμός των νυμφών του Πάσχα εκείνου παραμένει ακόμη ανεξίτηλος εις την μνήμην μου με τα ζωηρά χρώματά του, και την χρυσαυγάζουσαν στιλβηδόνα του, ως να εζωγραφίσθη έκτοτε εν τη φαντασία μου με όλην την λάμψιν καλλιτεχνικής εικόνος αγιογράφου. Έτυχε το έτος εκείνο να τελεσθώσι και πολλοί γάμοι, και το σημαντικώτερον, έτυχε το έτος εκείνο να εργασθή το ναυτικόν όσον σπανίως συμβαίνει και είχε συναχθή εις την μικράν νήσον αρκετόν χρήμα· και το αναθεματισμένον όπου υπάρχει παρακολουθείται με χαράν, και με λάμψιν. Ω, τι Πάσχα εκείνο! Συνεφώνει μαζί μου και ο γέρων Οικονόμος και μου έλεγε μετά ταύτα κ' εκείνος: — Τι Πάσχα εκείνο, παιδί μου! Έχεις δίκαιον. Κ' έλαμπαν από χαράν γεμάτοι οι οφθαλμοί του, ως λάμπει καθαρόν ποτήριον απέναντι του φωτός. Να ήτον τάχα η ηλικία! στοχάζομαι νυν. Να ήτο η μάγος, η άφροντις, η γόησσα ηλικία η παιδική, ήτις μου εζωγράφισεν αυτήν την άληστον, αυτήν την ανεξάλειπτον εικόνα του Μεγάλου εκείνου Πάσχα; Γλυκοχαράζει πλέον. Ροδίζει εύμορφα η αυγή προσπαθούσα να διασπάση της νυκτός την μαύρην καλύπτραν, ήτις απλούται ακόμη εις το μικρόν χωρίον μου και εις τον εύμορφον λιμένα του, του οποίου τα νερά ακίνητα ησυχάζουν εν τη σιωπηλή της νυκτός γαλήνη. Ούτε ο φλοίσβος ο μελωδικός ακούεται εις την άμμον κάτω. Τα άστρα τρέμουν παιγνιώδη εν τω κυαναυγεί στερεώματι, ως να τα εξήγειρον τώρα δα του βαθέος ύπνου αι πρώται της ηούς ακτίνες. Δύο ηδύλαλοι αηδόνες κελαδούν περιπαθώς το εωθινόν εν τω κηπαρίω, αφ' ου αναδίδεται ευωδία μεθυστική αρωμάτων. Ο Αναστάσιμος ύμνος εντός του Ναού αναμέλπεται τόσον περιπαθώς και τόσον γοητευτικώς, ώστε και αυτοί οι παρατεταγμένοι έξω εις την πλατείαν ναύται ίνα πυροβολώσιν, λησμονούν το χαρμόσυνον έθιμον, παρασυρόμενοι από τον ηδύν της ψαλμωδίας αντίλαλον. Μέσα εις τους χορούς είχαν καταλάβει τα στασίδια των όλοι οι προύχοντες ένθεν και ένθεν φορούντες τα καλά των, κρατούντες τας λαμπάδας των, σεμνή εν τη όλη απλότητι αυτής παράταξις. Όπισθεν δε δεξιά και αριστερά οι νησιώται όλοι ναυτικοί και γεωργοί ανάμικτοι. Και προς τούτοις τα παιδία καθένα με το κόκκινον αυγόν εις χείρας, γεμάτα χαράν. Μετ' ολίγον ρεύμα φωτός εξεχύθη εν τη πλατεία, λαβόν παντοίας ανά τας σκολιάς οδούς διευθύνσεις. Έληξεν η λειτουργία της Αναστάσεως και οι πιστοί νησιώται, κρατούντες αναμμένην την λαμπάδα του Πάσχα, μετέβαινον εν αγαλλιάσει εις τους οίκους των να φέρωσιν εις αυτούς το φως, την χαράν, την Ανάστασιν. Και ηκούοντο ζωηρώς και χαρμοσύνως διασταυρούμενα ως τρελλά πτηνά του λειμώνος κυνηγούμενα απ' εδώ και απ' εκεί. — Χριστός Ανέστη! Και αι απαντήσεις επανελάμβανον την γλυκείαν προσφώνησιν αντιφωνούσαι: — Αληθώς Ανέστη! συνοδευόμεναι υπό γενναίων πυροβολισμών των ναυτικών ισχυρών όπλων, ων ο αντίλαλος βαρύς και βροντερός εφέρετο διά του ηρεμούντος αιγιαλού προς τα κατασκότεινα βουνά της μακρονήσου Ευβοίας. 



Κατόπιν όλον εκείνο το Αναστάσιμον φως, όλη εκείνη η χαρά διεσπάρη μέσα εις τους οικίσκους της μικράς πολίχνης, έκαστος των οποίων μετεβλήθη εις ναόν εορτάζοντα με το αχόρταστον Πασχάλιον άσμα, ψαλλόμενον υπό το περίτεχνον τσούγκρισμα των αυγών, τα ανέκφραστον χάρμα των παιδιών, άτινα ηγρύπνησαν πρώτην φοράν διά την ηδίστην αυτήν απόλαυσιν, την στιλπνήν χαράν, ως το στιλπνόν κέλυφος του Πασχαλινού αυγού. Και μόνον ενός οικίσκου την σκοτίαν δεν εφώτισε του Πάσχα η λαμπάς. Ούτε ηκούσθη εν αυτώ το ηδύμολπον Χριστός Ανέστη, αν και διαβάται τινές διερχόμενοι και βλέποντες την μαύρην εκεί σκοτίαν εσταματούσαν ακροώμενοι ήχον τινα αμυδρόν ως άσματός τινος αμόρφου, ως ήχου τινός εκκλησιαστικού δυσδιακρίτου, και παρήρχοντο διερωτώντες αλλήλους: — Πώς νάνε τάχα ο μπάρμπα-Κώστας! Πώς τον λυπηθήκαμε τον καϋμένο τον Ολλαντέζο. Τι καλός εκκλησιάρχης! Έβαλε τα παιδιά σε τάξι. — Χτυπιά που την έφαγε, παρετήρησεν έτερος, σα δεν σκοτώθηκε! Μέσα εις τον οικίσκον εκείνον, μίαν καλυβίτσαν μάλλον προς τα Πηγάδια, χωρίς φως, χωρίς ζωήν καμμίαν, ήτο εξηπλωμένος επί ψιαθίου απλού ο μπάρμπα-Κώστας, φέρων δεμένας βαρέως τας σιαγόνας του κ' αισθανόμενος ισχυρόν πόνον ως να έπαθον οι οδόντες του. Τίποτε άλλο δεν είχε. Και επιχείρησε πολλάκις να εξέλθη την νύκτα και μεταβή εις την Ανάστασιν. Πλην πάλιν εμετανοούσε. Πώς να εξέλθη με δεμένας ούτω τας σιαγόνας. Και επεχείρει πολλάκις εν τη θλιβερά εκείνη μονώσει του να ψάλη το «Χριστός Ανέστη», πλην δεν ηδύνατο να προφέρη καθαρώς τας συλλαβάς. Ήκουε μακρόθεν, του εφαίνετο, την χαράν, την ψαλμωδίαν, ησθάνετο εκ των ραγάδων φως, ως της Αναστάσεως φως, και τότε καταπνίγων τον πόνον προσεπάθει να ψάλη, πλην εις μάτην, ότε τέλος ανοίγει η θύρα και έξαλλος βλέπει ο μπάρμπα-Κώστας τα άγιον φως, την λαμπάδα του Πάσχα. Ο γέρων Οικονόμος μετά την απόλυσιν της λειτουργίας, πριν μεταβή εις τον οίκον του, ενεθυμήθη τον μπάρμπα- Κώσταν, και ήλθε φέρων προς αυτόν του Πάσχα το φως. «Δεύτε λάβετε φως» κραυγάζει με χαράν ο γέρων ιερεύς άμα εισελθών. Ο ασθενής δεν ήξευρε πώς να εκφράση την χαράν του, και πώς να ευχαριστήση την συγκατάβασιν ταύτην του αγίου Οικονόμου. Όλα δε αυτά εξέφρασε ποιήσας τον σταυρόν του και βαθέως υποκλιθείς. — Χριστός Ανέστη! ανέκραξεν ο ιερεύς, υψών την λαμπάδα του προ των ομμάτων του μπάρμπα-Κώστα, ούτινος το φασκιωμένον πρόσωπον ανέλαμψεν από χαράν μαγικήν, — Αληθώς ανέθτη! Ετραύλισεν ο μπάρμπα-Κώστας. — Πώς είσαι! — Καά. Δόκθα θοι ο Θεός! — Πονείς! — Δόκθα θοι ο Θεός! επανελάμβανεν ο ασθενής. Δόκθα θοι ο Θεός! Ο γέρων Οικονόμος έλυσε τον επίδεσμον και παρετήρησεν ότι έλειπον όλοι οι πρόσθιοι οδόντες του μπάρμπα Κώστα και εκ των δύο σιαγόνων. Και καταπνίγων θλίψιν τινα ενδόμυχον: — Δεν έχεις τίποτε, είπε. Μόνον πώς θα σ' έχουμε πλέον χωρίς δόντια. — Δόκθα θοι ο Θεός! Δόκθα θοι ο Θεός! — Πλην μη λυπήσαι· την θέσιν σου θα την έχης πάντοτε εις την Εκκλησίαν και εις την καρδίαν μου. — Θα δέου πάδι το «τιθ εθτίν ούτοθ ο βαθιδεύθ τηθ δόκθηθ; Και ανεστέναξε βαθέως. Ο γέρων Οικονόμος εκλαβών τούτο ως παράπονον του παθήματός του δεν ωμίλησεν. Ήναψε το κανδήλιόν του, προανήγγειλεν εις αυτόν ότι θα του στείλη ζωμόν, κ' εστράφη ν' απέλθη. — Παπά! Παπά! εφώνησεν ο μπάρμπα Κώστας. — Θέλεις τίποτε; εβόησεν ισχυρώς ο ιερεύς, ως πράττομεν όταν απευθυνώμεθα προς ασθενούντα ως προς κωφόν. — Παπά, την δαμπάδα μου! Και έτεινεν ο ασθενής μικράν λαμπάδα του Πάσχα, ην είχε φυλαγμένην παρά το προσκεφάλαιόν του, παρακαλών τον ιερέα ν' ανάψη αυτήν, όστις και το έπραξε μετ' ευχαριστήσεως. Κ' έλαμψε τότε ο οικίσκος περισσότερον από τα διπλά φώτα. Ο μπάρμπα- Κώστας μάλιστα τότε φαιδρυνθείς σφόδρα ανεπήδησεν αίφνης ζωηρός- ζωηρός, και ως ήτο με δεμένας διά του γεράνιου μανδηλίου τας σιαγόνας ήρχισε να ψάλη το «Χριστός Ανέστη», βροντών ηρέμα αυτάς άνευ πλέον οδόντων, και αντί συλλαβών μελωδικών εκβάλλων ασθενείς τινας ήχους ως ελαφρούς μυκηθμούς βωβού ανθρώπου, διακρινομένων εν τούτοις καί τινων λέξεων εδώ κ' εκεί, εκείνων αίτινες προφέρονται οπωσδήποτε και υπό των νωδών ανθρώπων. — Δεν πταίειθ εθύ, άδιε Οικονόμε, είπε τέλος ο μπάρμπα-Κώστας με την ελαττωματικήν πλέον προφοράν του, δεν πταίειθ εθύ. — Πταίω δεν πταίω, τώρα το κακόν έγεινεν, απήντησε τεθλιμμένος ο ιερεύς. Πλην μη λυπήσαι, τέκνον μου. Ως σε είπα, θα έχης πάντοτε την θέσιν σου εις την Εκκλησίαν και εις την καρδίαν μου. Ο μπάρμπα-Κώστας έως 68 ετών γέρων, άγαμος κ' εν τω παρελθόντι κ' εν τω μέλλοντι πλέον, είχε προσληφθή από 15 ετών ως υπηρέτης εν τω ναΐσκω της κωμοπόλεως, ως εκκλησιάρχης κατά την συνήθειαν των πόλεων, ως κανδηλάπτης κατά την γλώσσαν του λαού. Ήξευρε και ολίγα γραμματάκια. Ήτο μέτριος το ανάστημα. Κατ' αρχάς είχεν επιδοθή εις τα ναυτικόν στάδιον, ακολουθών το γενικόν ρεύμα των κατοίκων της θαλασσινής πολίχνης. Διά δε της φιλοπονίας του κατώρθωσε ν' αποκτήση και μικράν λέμβον, αγοράσας αυτήν αντί ευτελούς ποσού, ημισύντριμμα από τινος ναυαγήσαντος ολλανδικού ιστιοφόρου μιας φοβεράς Ούρκας εις την διάσωσιν των ναυαγίων της οποίας ειργάσθη, ανακαλύψας εκεί εις το Ξάνεμο, εις τας οπάς και ραγάδας της τρικυμιώδους ακτής, και ένα κασκέτο ολλανδικόν και μίαν πίπαν· αντί δε των ολίγων μισθών του έλαβε την χαλασμένην εκείνην λέμβον, την σκαμπαβίαν, ως την ωνόμαζεν. 



Επειδή δε ήτο κατεσκευασμένος κατά την παροιμίαν πολυτεχνίτης και ρημοσπίτης, μόνος του — ήξευρε και ολίγην μαραγκωσύνην — επιδιώρθωσε την λέμβον, χαρίσας την πίπαν εις τον δασοφύλακα, όστις τον άφησε να κόψη κρυφά εκ του δάσους δύο πεύκα, και εκράτησεν αυτός μόνον το κασκέτο, το οποίον εφόρει πάντοτε, επωνομασθείς διά τούτο «Ολλαντέζος». Πλην δεν ήτο διόλου τυχηρός ως κυβερνήτης. Περισσότερον τυχηρός ήτο όταν δεν είχε τίποτε. Πρέπει να εναυάγησε πεντάκις με την σκαμπαβίαν του εκείνην, πότε εις τας ακτάς της νήσου μεταφέρων τον ιούνιον θημονίας σίτου από ενός όρμου εις έτερον, πότε εις τας ακτάς της Ευβοίας τον αύγουστον, ότε συνήθιζε να μεταφέρη εις Λοκρίδα τους Μελισσάδες της νήσου. — Όλο μέσ' 'ς το καλοκαίρι πέφτεις όξω, καϋμένε Ολλαντέζο. Τω παρετήρουν οι κάτοικοι φιλοσκώμμονες πάντοτε. — Έλα ντε! απήντα ο θαλασσοπνιγμένος ναύτης, όστις μετά το ναυάγιον ανήρχετο τον ανήφορον της αγοράς, υψηλά κρατών την κεφαλήν, ως να υπερηφανεύετο διότι κατώρθωνε να ναυαγή και να διασώζεται. Τέλος νύκτα τινα του χειμώνος μεταφέρων ξύλα από της Κεχρεάς, και συναντήσας τρικυμίαν κατά την επιστροφήν του, μόλις έσωσε την ζωήν του και το κασκέτο του το ολλανδικόν, ριφθείς έξω εις τους βράχους του Μικρού Ασέλινου, αποτόμου και αλιμένου ακτής, όπου η σκαμπαβία διελύθη εις τα εξ ων συνετέθη. Και τα μεν καρφία εβυθίσθησαν εις τον βαθύν πυθμένα, αι δε σανίδες διεσπάρησαν εις το πέλαγος μεταβληθείσαι εις γιαλόξυλα. Και τότε πλέον ανέβη τον ανήφορον της αγοράς χωρίς να έχη υψηλά την κεφαλήν του ο αφελής ναυαγός. Είχε σύρει το κασκέτο του μέχρι των ώτων και ανέβαινε χωρίς να βλέπη σχεδόν, προσκρούων εις τα λιθάρια και τα καλδερίμια. Του ήλθεν ως εντροπή· και έκτοτε δεν επάτησεν εις την θάλασσαν, αλλ' αφιερώθη εις την υπηρεσίαν της Εκκλησίας αποκτήσας την αγάπην των εφημερίων, των επιτρόπων και των ενοριτών. Ιδίως όμως τον ηγάπησαν τα μικρά παιδία, διότι τόσον καλά και με τόσην τάξιν εμοίραζε προς αυτά τα κόλλυβα ο «Ολλαντέζος», ώστε έπαιρναν όλα με ησυχίαν. Και διά τούτο και τον εσέβοντο, τηρούντα σιωπήν απόλυτον εν τω ναώ. Και τον έβλεπες εκεί τον μπάρμπα-Κώσταν με το ολλανδικόν κασκέτο του εν μέσω των παιδιών ως απόμαχον πλοίαρχον διατάσσοντα εν τάξει τα πάντα. Και μήπως δεν ήτο απόμαχος πλοίαρχος; Και μήπως δεν έπιε την θάλασσαν με την κουτάλαν, ως λέγουν; Τι τάχα να ταξειδεύη τις εις τους φοβερούς ωκεανούς ή εις τα κοιμώμενα παράλια του Μαλιακού; Τι τάχα να ναυαγήση τις εις τον Εύξεινον Πόντον ή εις την ειρηνικήν ακτήν του Παγασητικού; Το ναυάγιον είναι πάντοτε ναυάγιον· και ο άνθρωπος πνίγεται ομοίως είτε εις το πέλαγος είτε εις τον λιμένα. Και εις μία φούχτα νερό ακόμη. Ο μπάρμπα-Κώστας κατέστη ειδικός όμως εις μίαν υπηρεσίαν σπουδαίαν της Εκκλησίας, διά το οποίον ηγαπάτο από ολόκληρον την πολίχνην. Υπεκρίνετο περίφημα τον Άδην το μέγα Σάββατον, κατά την επάνοδον του Επιταφίου. Είνε συνήθεια αρχαιοτάτη εις την νήσον, αφού ο Επιτάφιος εν λιτανεία περιέλθη εν ωραίω πανοράματι την ενορίαν όλην, κατά την επιστροφήν να κλείωνται αι πύλαι του ναού και να μη επιτρέπηται η εις αυτόν είσοδος του Επιταφίου. Παρίσταται κατά τρόπον παράδοξον η σκηνή της εις Άδου καταβάσεως του Σωτήρος, ως φέρεται τούτο εν τη εκκλησιαστική παραδόσει. Τότε ο πρώτος των εφημερίων, προσεγγίζων εις τας πύλας κελεύει επιτακτικώς κρούων αυτάς και κράζων: «— Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!» Ο δε έσωθεν των κεκλεισμένων πυλών παρά τα κλείθρα υποκρινόμενος τον Άδην ερωτά αυθαδώς: «— Τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;» Η επιτακτική κέλευσις ως και η αυθάδης ερώτησις επαναλαμβάνονται εκ τρίτου. Και τότε την τρίτην φοράν ο ιερεύς ωθών ισχυρώς διά του ποδός και των χειρών τας πύλας, αναφωνεί εν κυριαρχική δυνάμει: — Κύριος των Δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της Δόξης! Και ανοίγει βασιλικώς και αυταρχικώς τας πύλας; και ούτως εισέρχεται εις τον ναόν ο Επιτάφιος. Εις ταύτην λοιπόν την παράστασιν κατέστη ειδικώτατος ο μπάρμπα- Κώστας. Υπεκρίνετο τόσον επιτυχώς το πρόσωπον του αντάρτου Άδου, του μη θέλοντος ν' αναγνωρίση Δεσπότην και Κύριον ανώτερόν του, ώστε τρόμος κατελάμβανε το πλήθος ότε ήκουε τας τρομεράς εκείνας ερωτήσεις του: — Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της Δόξης; Ετόνιζε τας λέξεις κατ' ίδιόν τινα τρόπον πολύ τρομακτικόν. Εκίνει την κεφαλήν του έξωθεν, ηγρίευε τους οφθαλμούς του, αι τρίχες της κόμης του ανεσουσουρόνοντο, καθώς τον περιέγραφον όσοι έμενον ένδον να τον θαυμάσουν κατά την θαυμασίαν του υπόκρισιν, όλον το σώμα του έτρεμε· κ' εν γένει επαθαίνετο ως να ήτο αυτός ο Άδης αληθώς με την σατανικήν επί του κόσμου δύναμιν, προαισθανόμενος προσεγγίζον το τέλος του. Και κατά το έτος τούτο το Μέγα Σάββατον την αυγήν ο μπάρμπα-Κώστας ήτο εις την θέσιν του υπερήφανος διά το πρόσωπον το φοβερόν οπού ήθελεν υποκριθή. Καθήμενος προ των πυλών του κενού, πλην καταφωτίστου ναού, ανέμενε την επάνοδον του Επιταφίου, έχων ύφος επίσημον κυριάρχου. 



Δεν ήτο πλέον ο πτωχός κανδηλάπτης με την κεφαλήν κάτω. Ίστατο ασκεπής επί του μαρμαρίνου κατωφλίου ως ει έλεγεν: — Εγώ είμαι! Δεν δέχομαι κανένα μέσα, ούτε τον Βασιλέα. Ιδού! ακούονται μακρόθεν ψαλμωδίαι γλυκύταται και τρυφεραί ως κλαυθμοί, ως θρήνοι: — Δος μοι τούτον τον ξένον!... Ψάλλουσι το πομπικόν άσμα, «Τον ήλιον κρύψαντα», το εξόδιον μέλος, το τρυφερόν εκείνο τροπάριον, το οποίον συγκινεί και τα άψυχα: — Δος μοι τούτον τον ξένον!... Ο Ιωσήφ παρακαλεί τον Πιλάτον ίνα επιτρέψη αυτώ να θάψη «τον ξένον Ιησούν και ωνειδισμένον...» Ψάλλουσιν οι μελίφθογγοι ψάλται, ακολουθούντες την λιτανείαν του Επιταφίου και υπηχεί ο λαός ως δι' ενός στόματος. — Δος μοι τούτον τον ξένον!... Ω πατρίς μου μικρά, πόσον μεγάλη είσαι εν τη θρησκεία σου! Η μελωδία γλυκυτάτη ολονέν προσεγγίζει. Όπισθεν οικιών νεφέλαι φωτειναί από των καιομένων λαμπάδων αναβαίνουσι προς το στερέωμα. Η ευωδία των θυμιαμάτων, τα οποία καίονται κατά την δίοδον του Επιταφίου από τας οικίας όλας, φθάνει από μακράν ως άρωμα αυτής της νυκτός ανέκφραστον. — Δος μοι τούτον τον ξένον!.. . . Πρέπει να ιδήτε την λιτανείαν του Επιταφίου κατά την αυγήν, ότε δεν είνε ούτε ημέρα ούτε νυξ ή μάλλον με ολίγην ημέραν και πολλήν νύκτα, με ολίγον φως και με πολλά άστρα, καμμιά φορά με σελήνην λειψίφωτον, ότε το θέαμα γίνεται υπερκατανυκτικόν, με ολίγας αηδόνας και πολλά πρωινά πουλιών χαιρετίσματα, με ολίγον ευωδιάζοντα άρωμα πρωινόν αέρα και με πολύ θυμίαμα· και κάτω το κύμα μελανόφαιον, εφ' ου ν' αντανακλώνται των ιερών λαμπάδων αι χρυσαί λάμψεις. Ιδού! Η ιερά λιτανεία προσεγγίζει ήδη εις τον ναόν. Προηγούνται τα εξαπτέρυγα και ο μέλας ξύλινος άγιος Σταυρός. Είτα ο κλήρος με χρυσά βυζαντινά άμφια, θαύμα υφαντικής και ποικιλτικής εξαίσιον, ουχί άκομψα ρωσσικά μονοκόμματα και μονοκόκκαλα ως φορέματα χιονισμένων βουνών. Και είτα το ιερόν Κουβούκλιον. Τι εύμορφον λεπτούργημα! Ως να είνε εζωγραφισμένον. Τετράγωνον ορθογώνιον, επί τεσσάρων ποδών ερειδόμενον, εφ' ου εναποτίθεται ο Επιτάφιος θρήνος, ραντισμένος διά φύλλων ρόδου, βιολέτας και δενδρολιβάνου. Και άνωθεν αυτού διά τεσσάρων κιονίσκων επιβαστάζεται ο θολίσκος αυτού, θαύμα ξυλογλυπτικής ως θόλος ναΐσκου, καλλίμορφος, φέρων επί της κορυφής επίχρυσον ξύλινον στέμμα, απολήγον εις σταυρόν, ενώ έσωθεν άνω του Επιταφίου θρήνου κρέμαται ωσάν πολυέλαιος έτερον τεχνητόν στέμμα εκ χρυσοχάρτου και τεχνητών ανθέων, στίλβον ακτινωτώς μετά μαρμαρυγών εν τω φωτί των λαμπάδων. Σειρά λαμπαδίσκων επιστέφει τον θόλον του Κουβουκλίου, ενώ τέσσαρες φανίσκοι κομψοί εις τας τέσσαρας άκρας φέγγουσι με υέλους χρωματιστάς. Είνε εκ καρυοξύλου γεγλυμμένον ούτως ειπείν το ιερόν Κουβούκλιον, αλλ' εκ των ανθέων δεν φαίνεται σχεδόν το βαθύ ερυθρόχρουν ως ερυθρόδανον υάλισμα του ωραίου ξύλου. Βαστάζεται υπό τεσσάρων ναυτών μετά σεβασμού και κατανύξεως και περιστοιχίζεται παρ' άλλων ναυτών, ετοίμων εκεί πλησίον ν' αρπάσωσιν είτα τας λαμπάδας του, φυλακτήριά εν ταις τρικυμίαις. Κ' ενώ βαδίζουν οι βαστάζοντες, σείεται ελαφρώς το Κουβούκλιον, σείεται και το κρεμάμενον έσωθεν χρυσούν εξ αντρέδων και ψευδανθέμων ποικιλόχρωμων στέμμα και τα λοιπά χρυσά και άνθινα στολίσματα, και αποτελείται ούτω μία ευάρεστος αλληλουχία λικνιζομένων χρυσών λάμψεων, καθηδύνουσα την όρασιν και πραΰνουσα ως δρόσος εν καύσονι την καρδίαν, εν ώ η ελαφρόπνους πρωινή αύρα κινούσα μαλακώς το φως των λαμπάδων μετασχηματίζει αυτό επιτηδείως εις ένα μονοκόμματον φωτεινόν στέφανον γύρω-γύρω του Κουβουκλίου, καταυγάζοντα ηδέως τα όμματα. Όπισθεν ακολουθεί εν μακρά γραμμή το πλήθος λαμπαδηφόρον αποτελούν, εν ευλαβεία και κατανύξει, ένα φωτεινόν ωραίον ρεύμα μ' ελαφρώς παίζοντα τα κύματά του. Ποσάκις δακρύων εξ αγνώστου χαράς έμεινα κρυφά εις την γωνίαν εκεί κάτω ακίνητος, ως ο φιλάργυρος ο φοβούμενος μη κλέψωσι τον θησαυρόν του· έμεινα να βλέπω κρυφά-κρυφά την τρυφεράν αυτήν του Επιταφίου πομπήν, κατερχομένην από τον ανήφορον, εισπνέων βαθέως εν άσθματι ως εντός κήπου ανθέων, ως να ήθελον να ροφήσω διά μιας όλην εκείνην την μαρμαρυγήν, ως να ήθελον να χορτάσω όλην εκείνην την αχόρταστον μαγείαν! Ήδη ο μπάρμπα-Κώστας έκλεισε τας πύλας του ναού. Η λιτανεία έστη προ αυτού εν τη μικρά πλατεία. Και ο Επιτάφιος έστη ωσαύτως, πλην κρατείται υψηλά πολύ από του εδάφους επιτηδείως, μη γείνη προπετής διαρπαγή των λαμπάδων ακαίρως. Οπίσω δε εις δύο γραμμάς ένθεν και ένθεν με τας λαμπάδας αναμμένας ίστανται εν σιγή οι άνδρες χωριστά και χωριστά αι γυναίκες. Το άσμα έπαυσεν. Ο γέρων Οικονόμος τότε αργά-αργά πλην μετά δυνάμεως ικανής, — τους είχε ζωηρεύσει όλους τόσα χρόνια ο ζωηρός τρόπος του μπάρμπα-Κώστα — κελεύει: — Άρατε πύλας οι Άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης! Και πάραυτα ακούεται έσωθεν φωνή τραχεία και ηχηρά, ως όταν φωνάζουν διά της κογχύλης οι αλιείς, φωνή υπέροφρυς, αυθάδης φωνή: — Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης; Τόσον δε ζωηρά ώστε ποτέ δεν το ενθυμούντο οι άνθρωποι. Τινές μάλιστα εψιθύρισαν δειλά: — Έχει όρεξι εφέτος ο Ολλαντέζος. Τότε τινές, ιδίως εκ των ναυτών, εκπλαγέντες από την προπετή πρόκλησιν, ήρχισαν να ετοιμάζουν τας χονδράς εξ ελαίας ράβδους των, νομίσαντες ότι θ' αρχίση αληθής πάλη προς εκβίασιν της εισόδου. Και ο ιερεύς την τρίτην φοράν εμπνευσθείς και αυτός εκ της εμπνεύσεως του αγαθού κανδηλάπτου εκραύγασεν επιτακτικώτερον το «Άρατε», ως να ήθελε να κατανικήση και την τελευταίαν αντίστασιν του ζωηρού Αδάρχου· και συγχρόνως ώθησε μετά δυνάμεως ασυνήθους τας πύλας διά χειρών και ποδών, επιδοκιμάζοντος του πλήθους. Και πάραυτα ανεώχθησαν πέρα-πέρα μετά πατάγου φοβερού αι πύλαι και κρότου μη ακουσθέντος άλλοτε. Κ' έλαμψαν ιδού οι αναμμένοι του ναού πολυέλαιοι. Ο δε ιερεύς ψάλλων το «ο Μονογενής Υιός . .» ητοιμάζετο να εισέλθη, ότε εξαίφνης και συγχρόνως κραυγαί ηκούσθησαν, κραυγαί ως από δυστυχήματος ανελπίστου. Ο μπάρμπα-Κώστας αφιερωθείς εν τη προσφιλεί του απομιμήσει ελησμόνησε μετά την τρίτην ερώτησιν να παραμερίση εις τα πλάγια και τα φύλλα της βαρείας πύλης βιαίως ανοιγέντα τον εκτύπησαν εις τας σιαγόνας, διότι υπεκρίνετο εγγύς της οπής της κλειδός, και τον έρριψαν κάτω εις τας πλάκας βροντήσαντα ως κορμόν δρυός καταπεσούσης υπό καταιγίδος. Ευτυχώς το πάθημα δεν ήτο σοβαρώτερον. Ο μπάρμπα-Κώστας ήτο γερό κόκκαλο, πέντε φοράς θαλασσοπνιγμένος. 



Η ιερά τελετή εξηκολούθησεν εν τάξει και έληξεν ωσαύτως εν τάξει. 

Και αυτή η διαρπαγή των λαμπάδων εγένετο υπό των ναυτών εν τακτική αταξία. 

Πλην τους νησιώτας κατελύπησε το απρόοπτον πάθημα του μπάρμπα-Κώστα, 

όστις αφού έτυχεν εκεί των πρώτων περιποιήσεων και κατόπιν εν τω οικίσκω του, 

υπομείνας αφορήτους τωόντι πόνους, και τυχών συντονωτάτης ιατρικής περιθάλψεως, 

εκ μέρους των επιτρόπων, 

όμως έκειτο την ημέραν της Αναστάσεως πόνων ακόμη, ως είδομεν, και άνευ οδόντων πλέον. 

Εν τη καταπτώσει έχασε και τας δύο σειράς των οδόντων του.

 Και ελυπείτο πλέον ο πτωχός και επόνει όχι τόσον διά την απώλειαν των οδόντων, 

όσον διότι δεν θα υπεκρίνετο πλέον τον Άδην, 

διότι η έλλειψις των οδόντων θα ηλάττωνε κωμικώς τας πρώτης δυνάμεως τραγικάς ερωτήσεις του. 

— Κ' εδώ εναυάηθα! έλεγε νωδώς μετά ταύτα παραπονούμενος διά την τύχην του ο αγαθός μπάρμπα-Κώστας ο Ολλαντέζος,

 απλούς κανδηλάπτης πλέον του ναού, 

φέρων καταφανή τα διπλά σημεία των διπλών ναυαγίων, 

το ολλανδικόν του κασκέτο και τας άνευ οδόντων σιαγόνας· 

αλλ' αντί της καλύβης του πλέον εκατοικούσεν εις ένα πολύ εύμορφον κελλίον 

οπού του έκτισαν οι Επίτροποι εντός του κηπαρίου του ναού, 

και όπου διήλθε τα γηρατειά του αγαπώμενος από όλους.



Διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1891. 
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) ήταν εξάδελφος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από την πλευρά της μητέρας του. 
Εκ του ιστολογίου ''Σαν Σήμερα''. 
Επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Αλέξανδρος Μωραιτίδης


ΤΟ ΘΕΙΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ




Λόγος Πανηγυρικός ἐπί τῇ Συνάξει τῶν Ἁγίων Τριῶν Νέων Ἱεραρχῶν 

Α´ Κυριακή τοῦ Νοεμβρίου 

Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ 


Τό Θεῖο Μυστήριο τοῦ Πρωτείου τῆς Ἀληθείας 


Ἡ φωτιστική καί θεοποιός Χάρις τοῦ Θείου Παρακλήτου εἴη μετά πάντων ῾Υμῶν, 

διά τῆς ῾Υπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ᾿Αειπαρθένου Μαρίας, 

῟Ης τήν ἰδιαιτέραν ἐνίσχυσιν, ὁδηγίαν καί προστασίαν ἐπικαλοῦμαι κατά τήν ἱεράν αὐτήν στιγμήν, 

προηγουμένης ὅπως πάντοτε τῆς πολυτιμήτου εὐχῆς τοῦ πολυσεβάστου Γέροντος 

καί Μητροπολίτου μας κ. Κυπριανοῦ. 

Σήμερα, κατά τήν πρώτη αὐτήν Κυριακή τοῦ Νοεμβρίου μηνός, 

ὁπότε τελοῦμε τήν ῾Ιερά Σύναξι τῶν ῾Αγίων Τριῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν: 

Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ· 

σήμερα, λέγω, ἀκούγεται εὐκρινέστερά πως ἡ παλαμική προτροπή: 

«Πρός τό παιδαγωγεῖον τῶν Πατέρων ἀναβιβάσω μεν ἑαυτούς»1! 

Σήμερα, ὁπότε διά μέσου τῆς συγκρητιστικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, 

πλήττεται ἀναφανδόν τό Μυστήριον τῆς Παραδόσεως διά τῶν ῾Αγίων Πατέρων, 

εἶναι εὐκαιρία νά τονίσωμε, μάλιστα μέ ἐξαιρετική ἔμφασι, 

ὅτι «τό διδασκαλεῖον τῶν Γραφῶν καί τῶν ἱερῶν Πατέρων 

εἶναι ἀληθέστερον τῶν διδασκαλείων τῶν ἀνθρώπων»2. 

Σήμερα, οἱ ῞Αγιοι Τρεῖς Νέοι Στῦλοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας 

μας στηρίζουν ἡμᾶς τούς ᾿Ορθοδόξους ᾿Αντιοικουμενιστάς 

στήν ἀκοινωνησία μέ τούς καινοτόμους Οἰκουμενιστάς, 

οἱ ὁποῖοι δέν ὁμολογοῦν καί δέν ἐνεργοῦν 

ὅπως διαλαμβάνει τό Συνοδικόν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, 

δηλαδή «κατά τάς τῶν ῾Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας 

καί τό τῆς ᾿Εκκλησίας εὐσεβές φρόνημα»3. 



Ποῖοι ἦσαν ὅμως οἱ ῞Αγιοι Τρεῖς Νέοι αὐτοὶ Φωστῆρες τῆς ᾿Αληθείας καὶ γιατί ἆρά γε εἶναι ἐξόχως σημαντικὴ σήμερα ἡ μαρτυρία τους; α. ῾Ο πρῶτος Φωστήρ, ὁ Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἔζησε καὶ ἔδρασε τὸν Θʹ αἰ. (περ. 820-893), ἀπὸ δὲ τῆς χειροτονίας του (858) ἀνεδείχθη προμαχὼν ἀδιάσειστος καὶ ἀπέκρουσε μὲ τρόπον ἀποφασιστικὸν καὶ ἀποτελεσματικόν, πάντοτε δὲ μέσα στὰ ὅρια τῆς ᾿Ορθοδόξου Συνοδικότητος, τὶς Κανονικές, ᾿Εκκλησιολογικὲς καὶ Δογματικὲς παραβάσεις, ἀλλὰ καὶ τὶς ὑπερφίαλες ἀξιώσεις τοῦ τότε ἀναδυομένου δυσσεβοῦς Παπισμοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀρχομανοῦς παποκαίσαρος τῆς Ρώμης Νικολάου Αʹ (περ. 800-867). ᾿Εὰν ὁ Φωτώνυμος καὶ Φωτολόγος Φώτιος δὲν ἔπραττε κατὰ τὴν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχὴ τὸ ἐκκλησιαστικό του χρέος, τότε ἡ Συνοδικὴ Παράδοσις θὰ εἶχε ἐκμηδενισθῆ, οἱ ῾Ιεροὶ Κανόνες θὰ εἶχαν πλήρως ἀθετηθῆ, οἱ Πνευματοφόροι Πατέρες θὰ εἶχαν ἀγνοηθῆ, τὸ ῾Ιερὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως θὰ εἶχε νοθευθῆ, ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία θὰ εἶχε μεταβληθῆ σὲ ταπεινὴ θεραπαινίδα τοῦ θρησκευτικο-πολιτικοῦ ῎Αρχοντος τοῦ Βατικανοῦ, τὸ δὲ ῎Εθνος μας θὰ εἶχε ὁδηγηθῆ στὴν ἄβυσσο τοῦ φραγκολατινισμοῦ. ῾Ο ῾Ιερώτατος Φώτιος, μὲ τὰ θεόπνευστα ἀντι-παπικὰ Συγγράμματά του, τὰ ὁποῖα καταδικάζουν τὸ αἱρετικὸ Filioque, ὡς καὶ ἄλλες λατινικὲς καινοτομίες καὶ τὸ ἀντι-εκκλησιαστικὸ Πρωτεῖον τῆς Ρώμης, μᾶς ἐκληροδότησε «ἕνα ὁπλοστάσιον μὲ ὅπλα ἕτοιμα γιὰ μελλοντικὴ χρῆσι»4 στὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς συνεχῶς ἐπιδεινουμένης παναιρέσεως τοῦ Παπισμοῦ. β. ῾Ο δεύτερος τῆς λαμπροφαοῦς τριάδος τῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν, ὁ μέγας ὑπέρμαχος τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ᾿Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἔζησε καὶ ἀγωνίσθηκε κατὰ τὸν κρίσιμο γιὰ τὴν Ρωμηοσύνη ΙΔʹ αἰ. (1296-1359), ἀπὸ δὲ τοῦ ἔτους 1334, μετὰ σπανίας θεολογικῆς δυνάμεως, κατεπολέμησε μὲ εἰδικὰ Συγγράμματα τόσο τὴν τριαδολογικὴ αἵρεσι τοῦ Filioque, ὅσο καὶ τὴν σωτηριολογικὴ αἵρεσι τῶν κτιστῶν δῆθεν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὴ ἐξετέθη ἀπὸ τὸν λατινόφρονα Μοναχὸ Βαρλαάμ, στὴν καταφορά του ἐναντίον τοῦ ᾿Ορθοδόξου ῾Ησυχασμοῦ. ῾Η «Παλαμικὴ Θεολογία», ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη κατ᾿ ἐπανάληψιν Συνοδικῶς (1341, 1347, 1351), «ἀποτελεῖ ἔκθεσιν τῆς ᾿Ορ- θοδόξου Πίστεως καὶ σύνοψιν τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως δεκατριῶν ὁλοκλήρων αἰώνων»5 , ἀνεδείχθη δὲ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὁ ἀρραγὴς τῆς ᾿Ορθοδοξίας βράχος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαλύονται τὰ κύματα τῆς λατινικῆς παναιρέσεως, τοῦ δυτικοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τοῦ φραγκοπαπικοῦ εὐσεβισμοῦ. γ. ῾Ο τρίτος τῶν θεοδοξάστων Νέων ῾Ιεραρχῶν, ὁ δικαίως καὶ προσφυῶς ἀποκληθεὶς ῎Ατλας τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ῞Αγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ᾿Αρχιεπίσκοπος ᾿Εφέσου, διέλαμψε ἀκριβῶς κατὰ τὶς παραμονὲς τῆς τραγικῆς ῾Αλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως (περ. 1392-1444/5), συμμετέσχε στὴν ψευδοσύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439) καὶ ὑπερασπίσθηκε μὲ ἀπαράμιλλο σθένος τὶς ὀρθόδοξες θέσεις κατὰ τῆς λεγομένης ῾Ενώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως. Καὶ στὴν μὲν Φλωρεντία ὁ ἀκατάβλητος Μᾶρκος ἔστησε μέγα καὶ αἰώνιο τρόπαιον τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ ἀπέτρεψε τὸν ἐκλατινισμὸ καὶ τὸν ἀφελληνισμὸ τῶν ᾿Ορθοδόξων ῾Ελλήνων, ἀλλ᾿ ὁ ἱερὸς ἀγὼν αὐτοῦ συνεχίσθη στὴν καθ᾿ ἡμᾶς ᾿Ανατολή, προκειμένου «νὰ ἀποδείξῃ παράνομον, ἀντικανονικήν, ἀντορθόδοξον καὶ ἄκυρον τὴν σύνοδον τῆς Φλωρεντίας καὶ τὸν ἐν αὐτῇ ὑπογραφέντα ὑπὸ πάντων ὅρον τῆς ψευδοῦς ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν»6 . ῾Ο ῞Αγιος Μᾶρκος Εὐγενικὸς μᾶς ἄφησε ὡς ἱερὰν κληρονομίαν τὰ πνευματοκίνητα Συγγράμματά του, διὰ τῶν ὁποίων στηλιτεύει τὶς πλάνες τῶν Λατίνων: καταγγέλει τὴν παράνομη προσθήκη τοῦ Filioque, ἀπορρίπτει τὸ παπικὸ Πρωτεῖον, καταδικάζει τὸ Καθαρτήριον Πῦρ καὶ τὰ ῎Αζυμα, συνεχίζει δὲ καὶ μὲ ἐξαιρετικὸ θεολογικὸ δυναμισμὸ ἐπαναδιατυπώνει καὶ ἀναπτύσσει τὴν Πα- λαμικὴ Διδασκαλία περὶ διακρίσεως τῆς Θείας Οὐσίας καὶ ᾿Ενεργείας, ἡ ὁποία « σφραγίζει ἀνεξιτήλως σύμπασαν τὴν ὀρθόδοξον Σωτηριολογίαν, ᾿Εκκλησιολογίαν καὶ ᾿Ανθρωπολογίαν», ἐφ᾿ ὅσον ἡ «διάκρισις» αὐτὴ «ἐξασφαλίζει τὸν πραγματικὸν χαρακτῆρα τῆς μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἡμῶν σχέσεως καὶ ἐγγυᾶται οὕτω τὴν γνησιότητα τῆς ἡμετέρας σωτηρίας»7 . ῾Ο μέγας αὐτὸς Φωστὴρ τῆς ᾿Εφέσου ἐξακολουθεῖ νὰ φωτίζη καὶ σήμερα τὸν μαρτυρικὸ δρόμο τῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Ανθενωτικῶν. Ἡ σύντομος αὐτὴ ἀναδρομὴ στὴν ἀνεκτίμητη προσφορὰ τῶν ῾Αγίων Τριῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν, προσφορὰν ἔργῳ καὶ λόγῳ καὶ γραφίδι, ἐλπίζω ὅτι μᾶς βοηθεῖ νὰ προσεγγίσωμε τὸ Θεῖο Μυστήριο τοῦ Πρωτείου τῆς ᾿Αληθείας 8 . ῞Ενας ᾿Επίσκοπος λαμβάνει τὸ χάρισμα, ἀνεξαρτήτως δικαιοδοσιακῶν καὶ ἐξουσιαστικῶν δομῶν, μάλιστα δὲ καὶ ἀντιθέτως πρὸς αὐτάς, νὰ ἐκφράση γνησιώτερα, βαθύτερα καὶ συνεπέστερα ἀπὸ ἄλλους ᾿Επισκόπους τὴν ᾿Αλήθεια τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Σημειωτέον δέ, ὅτι τοῦτο τὸ χάρισμα δὲν δίδεται ἀπροϋποθέτως ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· ἀλλά, προϋποθέτει ἀπαραιτήτως τὴν πλούσια ἐμπειρία ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, τὴν ῾Ησυχαστικὴ καὶ Εὐχαριστιακὴ «πεῖραν», τὴν κάθαρσιν καὶ τὸν φωτισμόν, τὴν χριστοκεντρικὴ θεωτικὴ ἐμπειρία9 .῾Ο χαρισματικὸς λοιπὸν αὐτὸς ᾿Επίσκοπος εἶναι φορέας τοῦ Πρωτείου τῆς ᾿Αληθείας, τὸ ὁποῖο δημιουργεῖ εἰς αὐτὸν τὴν αἴσθησι μιᾶς εὐθύνης, μιᾶς «πληροφορίας» νὰ ὁμιλῆ μὲ αὐθεντία καὶ κῦρος. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, ἐπειδὴ φέρουν τὸ Πρωτεῖον τῆς ᾿Αληθείας, εἶναι οἱ ὄντως Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι· εἶναι –κατὰ τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ– οἱ «τοῦ Διδασκαλείου τῆς Θεολογίας ἀσφαλεῖς προστάται»10· εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς εἰσάγουν ἀσφαλῶς στὸ Μυστήριον τῆς Παραδόσεως καὶ στὴν σωτήρια βεβαιότητα, ὅτι στὴν ᾿Ορθοδοξία τὸ πλέον σημαντικὸν εἶναι τὸ «῾Ομοφρονεῖν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ » (Sentire cum Ecclesia)11. Εἴμεθα βαθύτατα εὐγνώμονες πρὸς τοὺς τρεῖς Νέους Φωστῆρας, Φώτιο τὸν Μέγα, Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, ὄχι μόνον, διότι ἦσαν ἀντιπαπικοὶ καὶ ἑπομένως μᾶς ὁδηγοῦν στὸν σύγχρονο ἀντιπαπικὸ ἀγῶνα μας· ἀλλά, διότι ἀνεδείχθησαν Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι καὶ ἀνανέωσαν, τρόπον δὲ τινὰ καὶ ἐπαγίωσαν, τὴν ἐξαιρετικῆς σημασίας διδασκαλία περὶ τοῦ Πρωτείου τῆς ᾿Αληθείας. Οἱ σύγχρονοί μας καινοτόμοι Οἰκουμενισταί, πλήττοντες βα- ναύσως τὸ Μυστήριον τῆς Παραδόσεως διὰ τῶν ῾Αγίων Πατέρων, προβάλλουν ἐντόνως καὶ συνεχῶς τὸ Πρωτεῖον τῆς Δικαιοδοσίας, τῆς ᾿Εξουσίας καὶ τῆς Διοικητικῆς ῾Ενότητος· δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς ῾Αγίους Πατέρας, τοὺς φέροντας τὸ Πρωτεῖον τῆς ᾿Αληθείας· θεωροῦν τοὺς λόγους καὶ τὶς φιλενωτικὲς ἐνέργειές τους ὡς περισσότερον ἐγκύρους, ἐνῶ ταυτοχρόνως διώκουν παντοιοτρόπως τοὺς ᾿Ορθοδόξους, οἱ ὁποῖοι ἐνιστάμενοι ἀποτειχίζονται ἐξ αὐτῶν. Τοῦτο ὅμως, δηλαδὴ «τὸ μὴ Πατράσιν ἀκολουθεῖν», κατὰ τὸ Μέγα Βασίλειο, εἶναι «ἐγκλήματος ἄξιον, ὡς αὐθαδείας γέμον»12 καὶ καθιστᾶ αὐτοὺς ἀλλοτρίους τῆς «κοινῆς δόξης τῆς ᾿Εκκλησίας», τῆς Πατερικῆς καὶ Συνοδικῆς Παραδόσεως τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐν τέλει δὲ αὐτῆς ταύτης τῆς σωτηρίας. Δικαίως λοιπόν, οἱ ᾿Ορθόδοξοι ᾿Αντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου δὲν ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς καινοτόμους καὶ λατινόφρονας Οἰκουμενιστάς· μὲ τὴν στάσι τους αὐτὴ ὁμοφρονοῦν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καὶ ἀκολουθοῦν τοὺς Πατέρας, τοὺς φέροντας τὸ Πρωτεῖον τῆς ᾿Αληθείας, ἕνεκα τοῦ ὁποίου διδάσκουν μὲ αὐθεντία καὶ κῦρος, ὅτι « ὅσον ἀποδιϊστάμεθα (ἀπομακρυνόμεθα)» τῶν Λατινοφρόνων, «ἐγγίζομεν τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς πιστοῖς καὶ ἁγίοις Πατράσι· καὶ ὥσπερ τούτων (τῶν Λατινοφρόνων) χωριζόμεθα, οὕτως ἑνούμεθα τῇ ᾿Αληθείᾳ καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι τοῖς θεολόγοις τῆς ᾿Εκκλησίας»13. 



Αὐτή εἶναι ἡ ῾Ιερά Παρακαταθήκη τῶν Τριῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν, 

τῶν ῾Αγίων Φωτίου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ· 

τήν Παρακαταθήκη αὐτήν διαφυλάσσει «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης» 

ἡ ῾Ιερά Μητρόπολις ἡμῶν καί ἕνεκα αὐτοῦ 

ἔχει ἀνακηρύξει τούς Τρεῖς Νέους Φωστῆρας 

ὡς ἰδιαιτέρους Προστάτας Αὐτῆς στόν ἱερό ἀγῶνα Της 

κατά τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 

Εἴθε οἱ πρεσβεῖες τους νά μᾶς ἐνισχύουν, ὁδηγοῦν καί προστατεύουν, 

ὥστε βιώνοντες μέ συνέπεια τό ῾Ησυχαστικό καί Εὐχαριστιακό ῏Ηθος τῆς ᾿Εκκλησίας μας 

καί ἐργαζόμενοι μέ ζῆλο καί ἐπιμονή, μέ διάκρισι καί σοφία, 

νά συμβάλωμε ταπεινά στήν ἐπανένωσι τῶν ᾿Ορθοδόξων 

ἐν τῇ ᾿Αληθείᾳ τῆς Πίστεως 

καί τῇ ῾Εορτολογικῇ Παραδόσει· 

πρός δόξαν τῆς Τρισηλίου Θεότητος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. 

᾿Αμήν! 


᾿Εν τῇ Φυλῇ Ἀττικῆς τῇ 5ῃ Νοεμβρίου 2007ῳ, Κυριακὴ Αʹ Νοεμβρίου † Σύναξις τῶν ῾Αγίων Τριῶν Νέων ῾Ιεραρχῶν 

῾Ο ἐλάχιστος ᾿Επίσκοπος 


† ῾Ο ᾿Ωρεῶν Κυπριανὸς (νῦν Μητροπολίτης Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς)



Παραπομπές:


1. ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα τ. Αʹ, ᾿Επιστολὴ Αʹ Πρὸς Βαρλαάμ, § 32, σελ. 243-244, στχ. 28, Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962.
2. ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ᾿Εγχειρίδιον, σελ. 110, ἔκδοσις γʹ, Σωτ. Σχοινᾶ, Βόλος 1969. 
3. Τριώδιον, Κυριακὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, Συνοδικόν
4. J. Gill, ῾Η Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας, σελ. 4, ἔκδοσις «Καλοῦ Τύπου», ᾿Αθῆναι 1962. 
5. ᾿Αρχιμ. Σπυρ. Μπιλάλη, ᾿Ορθοδοξία καὶ Παπισμός, τ. Βʹ, σελ. 620, ἔκδοσις «᾿Ορθοδόξου Τύπου», ᾿Αθῆναι 1969.
6. ᾿Αρχιμ. Σπυρ. Μπιλάλη, αὐτόθι, σελ. 64. ῾Ο ῞Αγιος Μᾶρκος, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς μετα-φλωρεντιανῆς δραστηριότητός του, ἀνεδείχθη σὲ γνήσιο ἐνσαρκωτὴ τοῦ Ποιμένος-᾿Επισκόπου τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως, ἐν καιρῷ μάλιστα αἱρέσεως: «῞Οταν πάντες οἱ ἐπίσκοποι προδίδουν τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του ἐπίσκοπος βλέπει πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ὡς ποίμνιόν του καὶ ἵσταται ἄγρυπντος εἰς τὴν ἔπαλξιν τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἕτοιμος νὰ δώσῃ τὴν μάχην πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, διότι τότε δὲν κινδυνεύει νὰ γίνῃ ἀλλοτριοεπίσκοπος, ἀναλαμβάνων τὴν μέριμναν πασῶν τῶν ᾿Εκκλησιῶν. ᾿Αντιθέτως, εἰς ὥραν κινδύνου τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλοτριοεπίσκοπος καὶ εἰς τὴν ἰδίαν του ἐπισκοπὴν ἀποδεικνύεται ὁ ἐπίσκοπος, ὁ προδίδων τὴν ὀρθόδο- ξον πίστιν καὶ ἀλήθειαν, ὡς ἀλλότρια φθεγγόμενος καὶ ποιῶν». (αὐτόθι)
7. Πρβλ. ῾Ιερομονάχου Εἰρηναίου Μπούλοβιτς, Τὸ Μυστήριον τῆς ἐν τῇ ῾Αγίᾳ Τριάδι Διακρίσεως τῆς Θείας Οὐσίας καὶ ᾿Ενεργείας κατὰ τὸν ῞Αγιον Μᾶρκον ᾿Εφέσου τὸν Εὐγενικόν, σελ. 473, ἐκδόσεις «Π.Ι.Π.Μ.», ᾿Ανάλεκτα Βλατάδων - 39, Θεσσαλονίκη 1983.  «Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν ῞Αγιον Γρηγόριον (Παλαμᾶν) νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπανερμηνείαν καὶ σύνθεσιν τῆς πατερικῆς παραδόσεως, δὲν ἦσαν θεωρητικοί, ἀλλὰ σωτηριολογικοί»· τὸ θέμα τῆς «διακρίσεως» ἦταν «πρόβλημα ζωῆς ἢ θανάτου, σωτηρίας ἢ ἀπωλείας τοῦ ἀνθρώπου», ἦταν «κατ᾿ ἐξοχὴν σωτηριολογικὸν πρόβλημα καὶ οὐχὶ ἀναζήτησις ὀντολογικῶν ὁρισμῶν τῆς θεότητος». (Μάρκου ᾿Αναστ. ᾿Ορφανοῦ, ῾Η ὑπὸ τῶν Πατέρων ῾Ερμηνεία τῆς Παραδόσε- ως, σελ. 44, ᾿Αθῆναι 1984) 
8. Πρβλ. Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία τ. Αʹ, σελ. 269, ᾿Αθήνα 1977. 
9. «Εἰ γοῦν ὁ πείρᾳ μαθών», γράφει ὁ ῾Ιερὸς Παλαμᾶς, «μόνος οἶδε τὰς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος, αὐτὸς δὲ (ὁ Βαρλαὰμ) πείρᾳ οὐκ ἔγνωκε καὶ τοὺς πείρᾳ γνόντας οὐδαμῶς παραδέχεται, τίς ἔτ᾿ ἀμφιγνοήσει μὴ ψευδολογίαν εἶναι πᾶσαν τὴν περὶ τῆς θεοποιοῦ τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας αὐτῷ γεγενημένην ἀδολεσχίαν, καὶ ταῦτα κατὰ τῶν ἐν πείρᾳ ταύτης γεγονότων ἐξηνεγμένην αὐτῷ, μηδαμῶς εἰδότι μήτε ἃ λέγει, μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦται;» «καὶ γὰρ ἐκείνων (τῶν ῾Αγίων) ἐστὶ λόγος, ῾῾μόνον εἰδέναι σαφῶς τὸν πείρᾳ μαθόντα᾿᾿ τὰς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος· ὁ δὲ τοὺς τοῦτο λέγοντας αἱρετικοὺς εἶναι διϊσχυρίζεται». ( ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., ῾Υπὲρ τῶν ῾Ιερῶς ῾Ησυχαζόντων, 3, 3, 3, σελ. 681, στχ. 10-17, 27-29)
10. ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., ᾿Επιστολὴ Αʹ Πρὸς Βαρλαάμ, § 32, σελ. 243, στχ. 10-11. 11. ῾Αγίου ῾Ιερωνύμου, PL τ. 22, στλ. 475. 
12. Μ. Βασιλείου, PG τ. 32, στλ. 392D/᾿Επιστολὴ ΝΒʹ, Κανονικαῖς, § αʹ: «Τὸ μὲν γὰρ Πατράσι μὴ ἀκολουθεῖν καὶ τὴν ἐκείνων φωνὴν [μὴ] κυριωτέραν τίθεσθαι τῆς ἑαυτῶν γνώμης, ἐγκλήματος ἄξιον, ὡς αὐθαδείας γέμον».
13. Πρβλ. ῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου, PG τ. 160, στλ. 536CD/᾿Απολογία.

Εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής ΕΔΩ. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ 

Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β΄ 


Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ



Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε, 

ότι οι πατέρες της Εκκλησίας πίστευαν ότι ήταν πραγματικά πνευματικά τέκνα του Αβραάμ, 

ότι η Εκκλησία θεωρούσε τον εαυτό της Νέο Ισραήλ 

και ότι οι ορθόδοξοι λαοί, 

είτε ήταν Έλληνες, είτε Ρώσοι, Βούλγαροι ή Σέρβοι, Ρουμάνοι κ.λ.π. 

ήταν σίγουροι ότι ήταν σαν το Ναθαναήλ, πραγματικοί Ισραηλίτες, ο λαός του Θεού. 

Και ενώ αυτή ήταν η πραγματική συνείδηση της ανατολικής χριστιανοσύνης, 

η Δύση γινόταν όλο και περισσότερο ένα παιδί της ειδωλολατρικής ανθρωπιστικής Ελλάδας και Ρώμης.   

Ποιά ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της διαφοράς σκέψης 

ανάμεσα στον Ισραήλ και την ειδωλολατρεία; 

Εφιστώ την προσοχή σας σ’ αυτό το πολύ σπουδαίο θέμα. 

Ο Ισραήλ πιστεύει στον Θεό. 

Η ειδωλολατρεία πιστεύει στη δημιουργία, 

δηλαδή στην ειδωλολατρεία η δημιουργία θεοποιείται. 



Για τους ειδωλολάτρες Θεός και δημιουργία είναι ένα και το αυτό πράγμα. Ο Θεός είναι απρόσωπος, προσωποποιημένος σ’ ένα πλήθος θεών. Ο Ισραήλ και όταν μιλούμε για τον Ισραήλ εννοούμε τον πραγματικό Ισραήλ, τα πνευματικά τέκνα του Αβραάμ, εκείνους που έχουν την πίστη που δόθηκε από το Θεό στον εκλεκτό λαό Του, όχι εκείνους που εγκατέλειψαν αυτή την πίστη. Τα πραγματικά τέκνα του Αβραάμ είναι η Εκκλησία του Χριστού και όχι εκείνοι οι κατά σάρκα απόγονοι, το γένος των Ιουδαίων, γνωρίζει ότι Θεός και δημιουργία είναι δύο ριζικά διαφορετικά είδη ύπαρξης. Ο Θεός είναι αυθύπαρκτος, προσωπικός, αιώνιος, αθάνατος, Ζωή και η Πηγή της ζωής, Ύπαρξη και Πηγή της ύπαρξης. Ο Θεός είναι η μόνη πραγματική ύπαρξη: Ο Ων, ο μόνος Ων. Αυτό είναι το νόημα του άρθρου ''Ο''. Η δημιουργία, αντίθετα, δεν είναι αυθύπαρκτη. Εξαρτάται ολοκληρωτικά από τη θέληση του Θεού. Υπάρχει εφόσον ο Θεός θέλει να υπάρχει. Δεν είναι αιώνια. Δεν έχει ύπαρξη. Ήταν μηδέν, ήταν απολύτως τίποτα. Δημιουργήθηκε εκ του μηδενός. Από μόνη της δεν έχει δύναμη ύπαρξης. Διατηρείται στην ύπαρξη με την ενέργεια του Θεού. Αν αυτή η αγαπητική ενέργεια του Θεού σταματήσει κάποτε, η δημιουργία και όλα τα δημιουργήματα, πνευματικά ή υλικά, λογικά ή άλογα θα επιστρέψουν στην ανυπαρξία. Γνωρίζουμε ότι η αγάπη του Θεού για τη δημιουργία Του είναι αιώνια. Γνωρίζουμε από Εκείνον, ότι δε θα μας αφήσει ποτέ να πέσουμε στην ανυπαρξία, από την οποία μας έφερε στην ύπαρξη. Αυτή είναι η ελπίδα μας και ο Θεός είναι αληθής στις υποσχέσεις Του. Εμείς, τα δημιουργήματα, άγγελοι και άνθρωποι, θα ζήσουμε αιώνια όχι γιατί έχουμε μέσα μας τη δύναμη της αιωνιότητας, αλλά γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού που μας αγαπά. Αφ’ εαυτού μας είμαστε τίποτα. Δεν έχουμε στη φύση μας, ούτε την παραμικρή ενέργεια ζωής και ύπαρξης. Ό,τι έχουμε, έρχεται εξ’ ολοκλήρου από το Θεό, τίποτα δεν είναι δικό μας. Είμαστε βούρκος της γης και όταν το ξεχάσαμε, ο Θεός με το έλεός Του, επέτρεψε να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτό που είμαστε, για να παραμείνουμε ταπεινοί και να έχουμε ακριβή επίγνωση της μηδαμινότητάς μας. ''Ο Θεός, λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάπου αλλού, μπορεί, γιατί μπορεί να καταστρέψει τη δημιουργία, αλλά δε θέλει να το κάνει''. Στο Μέγα Ευχολόγιο (Βιέννη, 1862), ένα βασικό λειτουργικό βιβλίο της Εκκλησίας, διαβάζουμε: ''Ο Θεός ο μέγας και Ύψιστος, ο μόνος έχων αθανασίαν” (7η ευχή του Εσπερινού, σελ. 15). ''Ο μόνος φύσει ζωοποιός... μόνε αθάνατε'' (Ωδή 5η, Νεκρώσιμος ακολουθία εις λαικούς, σελ. 410). ''Αυτός μόνος υπάρχεις, αθάνατος'' (σελ. 411). ''Ο φύσει υπάρχων τη θεική, αθάνατος μόνος''. (Ωδή 1η , Νεκρώσιμος Ακολουθία εις Κοσμικούς Άνδρας, σελ. 471). Αυτή είναι η πίστη του Ισραήλ. Ποιά είναι η διδασκαλία της ειδωλολατρείας; Ειδωλολατρεία είναι η συνέπεια της απώλειας της επαφής με το Θεό. Το πλήθος των αμαρτιών της ανθρωπότητας έκαναν τους ανθρώπους ανίκανους να λάβουν το θείο φως και να έχουν οποιαδήποτε ένωση με το Ζώντα Θεό. Η συνέπεια ήταν να θεωρήσουν σαν κάτι θείο τη δημιουργία, που έβλεπαν καθημερινά μπροστά τους. Η ειδωλολατρεία θεωρεί τη δημιουργία σαν κάτι το αυθύπαρκτο και αθάνατο, κάτι που πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει. Στην ειδωλολατρεία οι θεοί είναι μέρος της δημιουργίας. Δεν τη δημιούργησαν από το μηδέν, απλά και μόνο σχηματοποίησαν την υπάρχουσα ύλη. Η ύλη μπορεί να παίρνει διάφορα σχήματα. Τα σχήματα έρχονται στην ύπαρξη και εξαφανίζονται, αλλά η ύλη η ίδια είναι αιώνια. Οι άγγελοι, οι δαίμονες και οι ψυχές των ανθρώπων είναι οι πραγματικοί θεοί. Είναι αιώνιοι από τη φύση τους, όπως και η ίδια η ύλη, είναι όμως ψηλότερα από την ύλη. Μπορούν να λαμβάνουν διάφορα υλικά σχήματα σε μια διαδοχική σειρά υλικών υπάρξεων, αλλά παραμένουν ουσιαστικά πνευματικοί. Έτσι στην ειδωλολατρεία παρατηρούμε δύο βασικά χαρακτηριστικά: 1. Αποδίδονται σ’ ολόκληρη τη δημιουργία τα χαρακτηριστικά της θεότητας, όπως: αιωνιότητα, αθανασία, αυθυπαρξία. 2. Μια διάκριση ανάμεσα στο πνευματικό και το υλικό και έναν ανταγωνισμό ανάμεσα στα δύο, σαν έναν ανταγωνισμό σε κάτι υπέρτερο και κάτι υποδεέστερο. Η ειδωλολατρεία και ο ανθρωπισμός είναι ένα και το αυτό πράγμα. Στην ειδωλολατρεία ο άνθρωπος είναι θεός, γιατί είναι αιώνιος εκ φύσεως. Γι’ αυτό η ειδωλολατρεία είναι πάντα υπεροπτική. Είναι ναρκισισμός. Είναι αυτολατρεία. Στην Ελλάδα οι θεοί είχαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Η ελληνική θρησκεία ήταν η ειδωλολατρική λατρεία του ανθρώπου. Η ψυχή του ανθρώπου θεωρούνταν η αληθινή του ύπαρξη και ήταν αθάνατη εκ φύσεως. Έτσι βλέπουμε ότι στην ειδωλολατρεία ο διάβολος πέτυχε να δημιουργήσει μια παγκόσμια πίστη, ότι οι άνθρωποι ήταν θεοί και έτσι δε χρειάζονταν το Θεό. Γι’ αυτό η υπερηφάνεια ήταν τόσο μεγάλη στην Ελλάδα και η ταπείνωση κάτι αδιανόητο. Στο έργο του ''Ηθικά Νικομάχεια'' ο Αριστοτέλης γράφει τα ακόλουθα λόγια: ''Το να μη θίγεται κανείς από προσβολές είναι σημείο χυδαίου και δουλικού ανθρώπου''. Ο άνθρωπος που πείθεται από το διάβολο να πιστέψει ότι η ψυχή του είναι αθάνατη εκ φύσεως. ποτέ δεν μπορεί να ταπεινωθεί και ποτέ δεν μπορεί να πιστέψει πραγματικά στο Θεό, γιατί δε χρειάζεται το Θεό, όντας ο ίδιος Θεός, όπως η πλάνη του τον κάνει να πιστεύει. Γι’ αυτό οι πατέρες της Εκκλησίας, κατανοώντας από την αρχή τον κίνδυνο αυτού του ανόητου σφάλματος, προειδοποίησαν τους χριστιανούς για το γεγονός ότι, όπως το αναφέρει ο άγιος Ειρηναίος, ''η διδασκαλία πως η ανθρώπινη ψυχή είναι εκ φύσεως αθάνατη είναι εκ του πονηρού'' (Έλεγχος, ΙΙΙ, 20, 1). Την ίδια προειδοποίηση συναντάμε στον άγιο Ιουστίνο (Διάλογος πρός Τρύφωνα, 6, 1-2), στον Θεόφιλο Αντιοχείας (Προς Αυτόλυκον, 2, 97), στον Τατιανό (Προς τους Έλληνες, 13) κ.λ.π. Ο άγιος Ιουστίνος εξηγεί τον πρωταρχικό αθεισμό που υπάρχει στην πίστη της φυσικής αιωνιότητας και αθανασίας της ανθρώπινης ψυχής. Γράφει: ''Υπάρχουν μερικοί άλλοι που, νομίζοντας πώς η ψυχή είναι αθάνατη και ασώματη, πιστεύουν ότι αν και έχουν διαπράξει το κακό δε θα τιμωρηθούν (γιατί ό,τι είναι ασώματο δεν έχει και αισθήσεις) και ότι η ψυχή, σαν συνέπεια της αθανασίας της, δε χρειάζεται τίποτα από το Θεό'' (Διάλογος προς Τρύφωνα, 1). Ειδωλολατρεία είναι άγνοια του αληθινού Θεού, μια πλανεμένη αντίληψη ότι η δημιουργία Του είναι θεία, ότι είναι θεός. Ο θεός αυτός, όμως, που είναι η φύση, είναι απρόσωπος, μια τυφλή δύναμη, πάνω απ’ όλους τους προσωπικούς θεούς και καλείται ''Ανάγκη''. Στην πραγματικότητα η Ανάγκη αυτή είναι η προβολή του ανθρώπινου λόγου, σαν μια μαθηματική ανάγκη που κυβερνά τον κόσμο. Είναι μια προβολή του ορθολογισμού πάνω στη φύση. Η ορθολογιστική αυτή Ανάγκη είναι ο αληθινός, υπέρτατος, τυφλός θεός των ειδωλολατρών. Οι ειδωλολάτρες θεοί είναι τμήματα του κόσμου και είναι αθάνατοι λόγω της αθανασίας της φύσης που είναι η ουσία της. Σ’ αυτήν την ειδωλολατρική αντίληψη ο άνθρωπος είναι μόνο η ψυχή του και πιστεύουν ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη από μόνη της, αφού είναι μέρος της ουσίας του σύμπαντος, που θεωρείται αθάνατο και αυθύπαρκτο. Έτσι ο άνθρωπος είναι θεός και μέτρο όλων των πραγμάτων. Αλλά οι θεοί δεν είναι ελεύθεροι. Κυβερνούνται από την Ανάγκη που είναι απρόσωπη. Οι διάφορες αιρέσεις ανάμιξαν αυτόν ακριβώς τον ειδωλολατρικό τρόπο σκέψης με τη χριστιανική διδασκαλία. Αυτό επίσης συνέβη και στη Δύση. Άρχισαν να διακρίνουν όχι μεταξύ Θεού και της δημιουργίας Του αλλά μεταξύ πνεύματος και ύλης. Άρχισαν να πιστεύουν την ψυχή του ανθρώπου σαν κάτι αιώνιο από μόνο του και να θεωρούν την κατάσταση του ανθρώπου -μετά το θάνατο- όχι σαν ύπνο στα χέρια του Θεού, αλλά σαν την πραγματική ζωή του ανθρώπου, στην οποία η ανάσταση των νεκρών, δεν είχε να προσθέσει τίποτα. Ακόμα και η ανάγκη για ανάσταση ήταν αμφίβολη. Η γιορτή της Ανάστασης του Κυρίου, που είναι η κορωνίδα όλων των εορτών στην Ορθοδοξία, άρχισε να πέφτει σε δεύτερη μοίρα, γιατί η ανάγκη της ήταν τόσο ακατανόητη στους χριστιανούς της Δύσης όσο και στους Αθηναίους, που άκουσαν το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου. Εκείνο όμως που είναι πιο αξιοσημείωτο στο θέμα μας είναι ότι άρχισαν να αισθάνονται, πώς ο Θεός υπέκειτο στην Ανάγκη, σ’ αυτή την ορθολογική Ανάγκη, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η ανθρώπινη λογική. Διακήρυξαν ότι ο Θεός ήταν ανίκανος να έρθει σε επαφή με κατώτερα πλάσματα όπως οι άνθρωποι, γιατί δεν το επέτρεπαν οι ορθολογιστικές φιλοσοφικές ιδέες τους. Αυτή η αντίληψη αποτέλεσε το θεμέλιο για τις ησυχαστικές έριδες. Είχε ήδη ξεκινήσει με τον Αυγουστίνο, που δίδαξε ότι στον Μωυσή δε μίλησε ο Θεός, αλλά άγγελος. Από αυτή την άποψη περί Ανάγκης, στην οποία υποτάσσονται ακόμα και οι θεοί, πρέπει να καταλάβουμε τη δυτική νομικίστικη αντίληψη για την δικαιοσύνη του Θεού. Ο Θεός έπρεπε να τιμωρήσει την παρακοή του ανθρώπου. Του ήταν αδύνατο να συγχωρήσει. Κάποια ανώτερη Ανάγκη απαιτούσε εκδίκηση. Ακόμα κι αν ο Θεός ήταν πραγματικά καλός κι αγαθός δεν μπορούσε να ενεργήσει με καλοσύνη. Ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει αντίθετα προς την αγάπη Του. Το μόνο που μπορούσε να κάνει για να σώσει την ανθρωπότητα ήταν να τιμωρήσει τον Υιό Του, στη θέση των ανθρώπων. Έτσι η Ανάγκη θα ικανοποιείτο.


Αυτός είναι ο θρίαμβος της ελληνιστικής σκέψης στο χριστιανισμό. 

Ο Ωριγένης, σαν ελληνιστής, είχε φτάσει στα ίδια συμπεράσματα. 

Ο Θεός ήταν δίκαιος από ανάγκη. 

Αναγκάστηκε να τιμωρήσει, να εκδικηθεί, να στείλει ανθρώπους στην κόλαση. 

Η κόλαση ήταν δημιούργημα του Θεού. 

Ήταν μια τιμωρία που απαιτούσε η δικαοσύνη. 

Αυτή η απαίτηση για δικαιοσύνη ήταν μια ανάγκη. 

Ο Θεός ήταν υποχρεωμένος να υποταχθεί. 

Δεν του επιτρεπόταν να συγχωρήσει. 

Υπήρχε μια ανώτερη δύναμη, μια Ανάγκη, που δεν Του επέτρεπε να αγαπά χωρίς όρους. 

Ο Ωριγένης όμως ήταν και χριστιανός και γνώριζε ότι ο Θεός ήταν γεμάτος από αγάπη. 

Πώς είναι δυνατό να ομολογείς ένα Θεό γεμάτο αγάπη, όταν βασανίζει τους ανθρώπους αιώνια; 

Αν ο Θεός είναι η αιτία της κόλασης, 

τότε από ανάγκη πρέπει η κόλαση αυτή να σταματήσει κάποτε, 

διαφορετικά δεν μπορούμε να παραδεχτούμε ότι ο Θεός είναι καλός και αγαθός. 

Αυτή η νομικίστικη αντίληψη για το Θεό, 

σαν όργανο μιας ανώτερης, απρόσωπης δύναμης ή θεότητας που ονομάζεται Ανάγκη, 

οδηγεί λογικά ''στην αποκατάσταση των πάντων και την καταστροφή της κόλασης'', 

διαφορετικά πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Θεός είναι μοχθηρός. 

Η ειδωλολατρική ελληνική σκέψη δεν μπορούσε να αντιληφθεί 

ότι αιτία της κόλασης δεν είναι ο Θεός 

αλλά τα λογικά πλάσματά Του... 

Β΄ΜΕΡΟΣ (Συνεχίζεται)


Απόσπασμα ομιλίας του μακαριστού θεολόγου Αλεξάνδρου Καλομοίρου, που ενσωματώθηκε σε βιβλίο το 1985 υπό τον τίτλο ''Ο Πύρινος Ποταμός''. 
Τίτλος πρωτοτύπου: ''The river of fire''. Μετάφραση από τα αγγλικά: Πέτρος Μπότσης, εκδόσεις ''Ζέφυρος'', Παύλου Μελά 15, Θεσσαλονίκη.  
Ο ''Πύρινος Ποταμός'' ήταν η κύρια ομιλία που δόθηκε στη Συνέλευση Ορθοδόξου Νεότητος που οργανώθηκε κάτω από την αιγίδα της Συνόδου των Ρώσων Επισκόπων της Διασποράς, στο Seattle της Ουάσιγκτον, από 22-25 Ιουλίου 1980. 
Η ομιλία έγινε στα αγγλικά και το κοινό την υποδέχθηκε εγκάρδια. 
Ο σεβ. Αρχιεπίσκοπος του Καναδά κ. Βιτάλιος εξέφρασε τον θαυμασμό του, όχι μόνο λέγοντας πώς ''σπάνια διαβάζει κανείς τέτοια κείμενα, που αποπνέουν το άρωμα της αληθινής γνώσεως και της προσωπικής εμπειρίας'', 
αλλ’ ακόμη περισσότερο όταν προσωπικά ο ίδιος έδωσε εντολή να κυκλοφορήσει σε αγγλική, ρωσική και γαλλική έκδοση''.
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Η φωτογραφία ανήκει στην σελίδα του F.B ''Ιερά Μονή Εσφιγμένου''.


Αλέξανδρος Καλόμοιρος


Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

ΤΟΛΜΗ! Ο ΠΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ



…Εἶναι πράγματι «Ροδοπέταλα Ψυχῆς» καί ἀποδείξεις ἐνθέρμου Πίστεως, 

ἡ μεγαλοψυχία, αὐταπάρνησις, τό θάρρος, ἡ ὑπομονή, 

ἡ καρτερία, ἡ ἰσχύς καί ἡ βούλησις, 

ἀλλά μέσα σέ όλα αὐτά, 

θεωρεῖται ὡς αναγκαία συνθήκη, 

ἡ ὓπαρξις καί ἡ ἐπίδειξις τῆς τόλμης ἂνευ τῆς ὁποίας, 

ἐνώπιον τῶν δυσχερειῶν καί τοῦ φόβου ἐκ τῶν ἀπειλῶν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, 

ὁ δηλὠνων «Πιστός» μεταβάλλεται είς ρίψασπιν καί ἀρνητήν τῶν πάντων. 


του π. Ευθυμίου Μπαρδάκα


Πολλές φορές ἒχομε ἀναφερθεῖ στούς σκληρούς ἀγῶνες τούς ὁποίους πρέπει νά δώση ὁ πραγματικά ΠΙΣΤΟΣ, προκειμένου νά ἀναδειχθῆ ΑΞΙΟΣ τοῦ τίτλου ΠΙΣΤΟΣ. Μέσα στό θαυμάσιο, μικρό ἀλλά τόσο ΜΕΣΤΟ καί ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟ κειμενάκι τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου περί τοῦ «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΣΤΙΣ», βρίσκομε τίς βασικές ἀρχές τίς ὁποῖες πρέπει νά ἒχη ὁ Χριστιανός, προκειμένου νά δύναται νά ὑποστηρίξη πώς εἶναι πράγματι ΠΙΣΤΟΣ. Ὃλες αὐτές οἱ ἀρετές, (μεγαλοψυχία, αὐταπάρνησις, θάρρος, ὑπομονή, καρτερία, ισχύς, βούλησις) εἶναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ, γιά νά εἶναι οὐσιαστικές καί δημιουργικές, νά συμπληρώνωνται ἀπό τήν ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΑΡΕΤΗ πού εἶναι Η ΤΟΛΜΗ. Ἡ τόσο ΠΛΟΥΣΙΑ, ΜΕΣΤΗ καί ΑΚΡΩΣ ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΟΣ Ἑλληνική Γλῶσσα, ἀποδίδει θαυμάσια διά τῆς λέξεως αὐτῆς, κάποια πράγματα τά ὁποῖα, ἡ ἀνθρωπίνη λογική, τά θεωρεῖ (και πολύ δικαίως) σημαντικά καί χαρακτηριστικά τοῦ ΑΛΗΘΩΣ ΜΑΧΟΜΕΝΟΥ καί ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΩΣ ΔΡΩΝΤΟΣ ἀτόμου. Δέν γνωρίζει ὁ σημερινός Ἓλλην, ὁ στερηθείς ΒΙΑΙΩΣ καί ΥΠΟΥΛΩΣ τῆς θαυμασίας του Γλώσσης, τό γιατί ὁ Λεωνίδας τῆς Σπάρτης δέν εἶπε ἁπλῶς στον Πέρση ἐπίδοξο κατακτητή «ΕΛΘΩΝ ΛΑΒΕ», ἀλλά τοῦ εἶπε «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ». Μέσα στό «ΜΟΛΩΝ» ἐνυπάρχει κατά τόν ΕΞΑΙΣΙΟΝ τρόπον μέ τόν ὁποῖον διαρθροῦται ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα, καί ἡ λέξις «ΤΟΛΜΗ». Λέγει λοιπόν ὁ Λεωνίδας «ΑΝ ΤΟΛΜΑΣ ΕΛΑ ΝΑ ΤΑ ΠΑΡΗΣ»…! Ἡ λέξις ΤΟΛΜΗ γιά τούς Ἓλληνες, ἦταν πάντοτε, ἀλλά καί είναι κεφαλαιωδους σημασίας. Ἒτσι καί  γιά την ΠΙΣΤΗ μας, ἡ ὁποία διεδόθη μέ «ὂχημα» τήν ἀξεπέραστη, ζωντανή, ἀκριβολόγο καί ἀπολύτως ἀποτελεσματική Ἑλληνική Γλῶσσα, ἡ λέξις ΤΟΛΜΗ εἶναι κάτι πού συμπληρώνει απολύτως τίς Ἀρετές πού πρέπει νά διακρίνουν τόν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΙΣΤΟ (καί τίς ἒχει ἐντοπίσει κατά τρόπο θαυμαστό ὁ Ἃγιος Νεκτάριος)…! Εἶναι πάμπολλες οἱ Εὐαγγελικές άναφορές στήν ΤΟΛΜΗ καί εἶναι αποδεδειγμένο, πώς στίς Ἃγιες Γραφές τῆς Ὀρθοδόξου μας Πίστεως, γίνεται σαφές πώς ἡ Ἀρετή αὐτή, εἶναι απαραίτητο νά κοσμῆ τόν πραγματικά Πιστό Χριστιανό. Διαβάζομε πώς ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ, ΤΟΛΜΗΣΑΣ ἐζήτησε Τό φθαρτό Σῶμα Τοῦ Κυρίου προκειμένου νά τό ενταφιάση. Ἂς ἀναλογισθοῦμε τό πόση ΤΟΛΜΗ ἒπρεπε νά διαθἐτουν οἱ Χιλιάδες Μάρτυρες Τῆς Πίστεώς μας, ὣστε νά μή «λυγίζουν» πρό τῶν φρικτῶν βασανιστηρίων τά ὁποῖα τούς ἀνέμενον ὃταν ἐπέμεναν καί ἒμεναν σταθερά ἐντεταγμένοι στό Ποίμνιον Τοῦ Κυρίου μας…! Ὁ φόβος, ἡ ἒλλειψις ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, ἡ… ἀτολμία καί τό σκύψιμο τῆς κεφαλῆς πρό τῶν ἀπειλῶν ἢ τῆς βαναύσου συμπεριφορᾶς τῶν διαφόρων ὀργάνων τοῦ σκότους, τά ὁποῖα, ἐνδεδυμένα μέ τίς ἁρμοδιότητες καί ἐξουσίες πού τούς δίδουν οἱ «θέσεις» καί οἱ «θῶκοι» ὃπου εἶναι τοποθετημένοι, προσπαθοῦν νά καθυποτάξουν τό φρόνημα καί τίς ὃποιες ἀντιστάσεις τῶν Πιστῶν, δεν προσιδιάζουν στόν Πιστό Χριστιανό. Τί ἀξία μπορεῖ νά ἒχη τό νά δηλώνη κάποιος πώς «πιστεύει», ἀλλά στήν πρώτη δυσκολία ἢ ἀπειλή... «βάζει τήν οὐρά στα σκέλια» (ὃπως λέει ὁ Λαός μας) καί δέν ομολογει ΠΙΣΤΙΝ τότε πού πρέπει…! Ναί: Εἶναι πράγματι «Ροδοπέταλα Ψυχῆς» καί ἀποδείξεις ἐνθέρμου Πίστεως, ἡ μεγαλοψυχία, αὐταπάρνησις, τό θάρρος, ἡ ὑπομονή, ἡ καρτερία, ἡ ἰσχύς, καί ἡ βούλησις, ἀλλά μέσα σέ όλα αὐτά, θεωρεῖται ὡς ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΣΥΝΘΗΚΗ, ἡ ὓπαρξις καί ἡ ἐπίδειξις τῆς ΤΟΛΜΗΣ, ἂνευ τῆς ὁποίας, ἐνώπιον τῶν δυσχερειῶν καί τοῦ φόβου ἐκ τῶν ἀπειλῶν τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων, ὁ δηλὠνων «Πιστός», μεταβάλλεται είς ρίψασπιν καί ἀρνητήν τῶν πάντων. 


Μή τούς φοβᾶστε. 

Πρέπει νά τολμοῦμε νά διακηρύττωμε τήν Πίστιν μας 

κυρίως ἐνώπιον τῶν ΔΟΥΛΩΝ τοῦ σκότους, 

προκειμένου νά ἀντιληφθοῦν πώς ματαιοπονούν στήν προσπάθειάν των 

νά ἐξαφανίσουν τήν Ὀρθοδοξίαν. 

ΤΟΛΜΗ λοιπόν καί ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, 

κυρίως πρό τῶν κινδύνων πού μᾶς… ἐπισημαίνουν 

οι ΑΘΕΟΙ ΑΡΝΗΤΑΙ τοῦ Χριστοῦ μας καί τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας.


Αρχιμανδρίτης π. Ευθύμιος Μπαρδάκας


Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Η ΕΩΣΦΟΡΙΚΗ ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ



Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί αδελφοί. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ζούμε στην εποχή της αποστασίας 

που έχει προφητευθεί για τις έσχατες μέρες. 

Στην πραγματικότητα, 

οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άθεοι, 

παρά το γεγονός ότι πολλοί απ’ αυτούς θεωρητικά πιστεύουν ακόμα. 

Η αδιαφορία και το πνεύμα αυτού του κόσμου κυριαρχούν παντού. 

Ποιά είναι η αιτία για την κατάσταση αυτή; 

Η αιτία είναι ότι η αγάπη ψυχράνθηκε. 

Η αγάπη γιά το Θεό δεν καίει πια στις ανθρώπινες καρδιές 

και κατά συνέπεια η μεταξύ τους αγάπη επίσης νεκρώθηκε. 

Ποιός είναι ο λόγος γι’ αυτή τη μείωση της αγάπης των ανθρώπων για το Θεό; 

Η απάντηση είναι, σίγουρα, η αμαρτία. 

Η αμαρτία είναι το μαύρο σύννεφο που δεν επιτρέπει στο φως του Θεού να φτάσει στα μάτια μας. 

Η αμαρτία όμως υπήρχε πάντοτε. 

Πώς λοιπόν φτάσαμε στο σημείο όχι μόνο να αγνοούμε το Θεό, 

αλλά ουσιαστικά να τον μισούμε; 



Σήμερα η διάθεση του ανθρώπου προς το Θεό δεν είναι πραγματική άγνοια ή πραγματική αδιαφορία. Αν εξετάσετε προσεκτικά τους ανθρώπους θα παρατηρήσετε ότι η άγνοιά τους ή η αδιαφορία τους χρωματίζεται από βαθύ μίσος. Κανένας όμως δε μισεί κάτι που δεν υπάρχει. Έχω την εντύπωση ότι σήμερα οι άνθρωποι πιστεύουν στο Θεό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή στην ανθρώπινη ιστορία. Οι άνθρωποι γνωρίζουν το Ευαγγέλιο, τη διδασκαλία της Εκκλησίας και τη δημιουργία του Θεού καλύτερα από κάθε άλλη εποχή. Έχουν βαθιά επίγνωση της Ύπαρξής Του. Ο αθεϊσμός τους δεν είναι πραγματική απιστία. Είναι μάλλον μια αποστροφή προς κάποιον που γνωρίζουμε πολύ καλά αλλά τον μισούμε, όπως ακριβώς κάνουν οι δαίμονες. Μισούμε το Θεό και γι’ αυτό τον αγνοούμε, κάνουμε πως δεν τον βλέπουμε, υποκρινόμενοι τους αθέους. Στην πραγματικότητα τον θεωρούμε το μεγαλύτερο εχθρό μας. Η άρνηση είναι η εκδίκησή μας, ο αθεισμός είναι τα αντίποινά μας. Γιατί όμως οι άνθρωποι μισούν το Θεό; Τον μισούν όχι μόνο γιατί τα έργα τους είναι σκοτεινά, ενώ ο Θεός είναι φως, αλλά ακόμα γιατί τον θεωρούν σαν μια απειλή, έναν άμεσο και αιώνιο κίνδυνο, έναν αντίπαλο σε μια δίκη, σε μια νομική υπόθεση, ένα δημόσιο κατήγορο και έναν αιώνιο τύραννο. Γι’ αυτούς ο Θεός δεν είναι πια ο παντοδύναμος γιατρός που ήρθε για να τους σώσει από την αρρώστια και το θάνατο, αλλά μάλλον ένας σκληρός δικαστής και ένας αμείλικτος ανακριτής. Ο διάβολος, βλέπετε, κατόρθωσε να κάνει τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι ο Θεός δε μας αγαπά πραγματικά, ότι ουσιαστικά αγαπά μόνο τον εαυτό του και ότι μας δέχεται μόνο αν συμπεριφερόμαστε όπως Εκείνος θέλει να συμπεριφερόμαστε. Τους έπεισε ότι ο Θεός μας μισεί αν δε συμπεριφερόμαστε όπως Εκείνος μας πρόσταξε και προσβάλλεται σε τέτοιο σημείο από την ανυπακοή μας, ώστε πρέπει να πληρώσουμε γι’ αυτήν με αιώνια βάσανα, τα οποία Εκείνος δημιούργησε γι’ αυτό το σκοπό. Ποιός μπορεί ν’ αγαπήσει ένα βασανιστή; Ακόμα και κείνοι που αγωνίζονται σκληρά για να σωθούν από την οργή του Θεού δεν μπορούν να τον αγαπήσουν πραγματικά. Αγαπούν μόνο τον εαυτό τους και προσπαθούν να ξεφύγουν από την εκδίκηση του Θεού και ν’ αποκτήσουν την αιώνια μακαριότητα, επιχειρώντας να εξευμενίσουν αυτό το φοβερό και εξαιρετικά επικίνδυνο Δημιουργό. Αντιλαμβάνεστε τη συκοφαντία του σατανά για τον πανοικτίρμονα και πανεύσπλαχνο, τον πανάγαθο Θεό μας; Να γιατι στην ελληνική γλώσσα δόθηκε στο σατανά το όνομα διάβολος (διαβολέας, συκοφάντης). Ποιο όργανο όμως χρησιμοποίησε ο διάβολος για να συκοφαντήσει το Θεό; Τί μέσα μεταχειρίστηκε για να πείσει την ανθρωπότητα, να διαστρέψει την ανθρώπινη σκέψη; Χρησιμοποίησε τη ''θεολογία''. Στην αρχή ο διάβολος εισηγήθηκε μια μικρή αλλοίωση στη θεολογία και από τη στιγμή που εκείνη έγινε αποδεκτή, κατάφερε να την αυξάνει όλο και περισσότερο, ώστε ο χριστιανισμός να γίνει τελείως αγνώριστος. Είναι αυτό που ονομάζουμε ''δυτική θεολογία''. Προσπαθήσατε ποτέ να εντοπίσετε ποιο είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό της δυτικής θεολογίας; Λοιπόν, το κυριότερο χαρακτηριστικό της είναι ότι θεωρεί το Θεό πραγματικό αίτιο κάθε κακού. Τι είναι κακό; Δεν είναι αποξένωση από το Θεό, ο οποίος είναι Ζωή; Δεν είναι ο θάνατος; Τι διδάσκει η δυτική θεολογία για το θάνατο; Όλοι οι ρωμαιοκαθολικοί και οι περισσότεροι προτεστάντες θεωρούν το θάνατο σαν μια τιμωρία του Θεού. Ο Θεός έκρινε όλους τους ανθρώπους ένοχους για την αμαρτία του Αδάμ και τους τιμώρησε με θάνατο, δηλ. τους απέκοψε από τον εαυτό του, τους στέρησε τη Ζωοποιό Του ενέργεια και έτσι τους σκότωσε πρώτα πνευματικά και αργότερα σωματικά, με κάποιο είδος πνευματικού λιμού. Ο Αυγουστίνος μεταφράζει το χωρίο της Γένεσης: ''δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού (του καρπού) θανάτω, αποθανείσθε'' ως εξής: ''Εάν φάτε από τον καρπό του δέντρου αυτού θα σας σκοτώσω''. Μερικοί προτεστάντες θεωρούν το θάνατο όχι σαν τιμωρία, αλλά σαν κάτι φυσικό. Δεν είναι όμως ο Θεός που δημιούργησε όλα τα φυσικά πράγματα; Έτσι και στις δύο περιπτώσεις ο Θεός - γι’ αυτούς - είναι ο πραγματικός αίτιος του θανάτου. Κι αυτό αληθεύει, όχι μόνο για το σωματικό θάνατο. Είναι εξίσου αληθές και για τον ψυχικό. Δε θεωρούν οι δυτικοί θεολόγοι την κόλαση, τον αιώνιο πνευματικό θάνατο του ανθρώπου, σαν μια τιμωρία του Θεού; Και δε θεωρούν το διάβολο σαν υπηρέτη του Θεού για την αιώνια τιμωρία των ανθρώπων στην κόλαση; Ο ''Θεός'' της δύσης είναι ένας Θεός προσβλημένος και άγριος, γεμάτος οργή για την ανυπακοή των ανθρώπων, που με το καταστροφικό πάθος του θέλει να βασανίζει αιώνια όλη την ανθρωπότητα για τις αμαρτίες της, εκτός αν λάβει κάποια άπειρη ικανοποίηση του τρωθέντος εγωισμού του. Ποιό είναι το δόγμα της σωτηρίας των δυτικών; Ο Θεός δεν σκότωσε το Θεό για να ικανοποιήσει την υπερηφάνειά του, που οι δυτικοί ονομάζουν κατ’ ευφημισμό δικαιοσύνη; Και δεν είναι από αυτή την άπειρη ικανοποίηση που καταδέχεται να σώσει μερικούς από μας; Τί είναι σωτηρία για τη δυτική θεολογία; δεν είναι σωτρηρία από την οργή του Θεού; Βλέπετε λοιπόν ότι η δυτική θεολογία διδάσκει, πως πραγματικός κίνδυνος και πραγματικός εχθρός μας είναι ο Δημιουργός και Θεός μας; Σωτηρία, για τους δυτικούς είναι να γλυτώσεις από τα χέρια του Θεού. Πώς μπορεί ν’ αγαπήσει κανείς τέτοιο Θεό; Πώς μπορούμε να πιστεύουμε σε κάποιον που μισούμε; Η πίστη στην ουσία της είναι προιόν αγάπης. Επομένως θα θέλαμε να μην υπάρχει κάποιος που μας απειλεί, ιδιαίτερα όταν η απειλή αυτή είναι αιώνια. Ακόμα και αν υπάρχει, το μέσο για να αποφύγει κανείς την οργή αυτής της παντοδύναμης αλλά κακής Ύπαρξης (ο θάνατος του Υιού Του για χάρη μας), θα ήταν προτιμότερο αν η Ύπαρξη αυτή δεν υπήρχε. Αυτό ήταν το λογικότερο συμπέρασμα του νου και της καρδιάς των δυτικών λαών, γιατι ακόμα και ο αιώνιος παράδεισος θα ήταν αποκρουστικός με ένα τέτοιο άγριο Θεό. Έτσι γεννήθηκε ο αθεισμός και γι’ αυτό γεννήθηκε στη δύση. Ο αθεισμός ήταν άγνωστος στην ανατολική χριστιανοσύνη μέχρι να εισβάλει κι εκεί η δυτική θεολογία. Ο αθεισμός είναι συνέπεια της δυτικής θεολογίας. Αθεισμός είναι η άρνηση, η απόρριψη ενός κακού Θεού. Οι άνθρωποι έγιναν αθειστές για να σωθούν από το Θεό, κρύβοντας τα κεφάλια τους και κλείνοντας τα μάτια τους σαν τη στρουθοκάμηλο. Ο αθεισμός, αδελφοί μου, είναι η άρνηση του Θεού των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών. Πραγματικός μας εχθρός δεν είναι ο αθεισμός. Πραγματικός εχθρός μας είναι αυτός ο παραποιημένος και διαστρεβλωμένος ''χριστιανισμός''. Οι δυτικοί μιλούν συχνά για τον ''Καλό Θεό''. Παρά ταύτα, η Δυτική Ευρώπη και η Αμερική ποτέ δεν πείσθηκαν για την ύπαρξη ενός τέτοιου Καλού Θεού. Αντίθετα αποκαλούσαν το Θεό Καλό με τον ίδιο τρόπο που οι Έλληνες αποκαλούσαν ''ευλογία'' μια λοιμώδη, εξανθηματική αρρώστεια, για να την εξορκίσουν και να την αποδιώξουν. Για την ίδια αιτία η Μαύρη Θάλασσα αποκλήθηκε Εύξεινος (φιλόξενος) Πόντος, αν και στην πραγματικότητα ήταν μια θάλασσα φοβερή και ύπουλη. Βαθιά μέσα της η δυτική ψυχή αισθανόταν το Θεό σαν κακό κριτή που δεν ξεχνούσε ποτέ, ακόμα και την παραμικρότερη προσβολή που του γινόταν από μας με την παράβαση των εντολών του. 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...